Τρίτη 19 Ιανουαρίου 2016

Ο Μανόλης Κορρές αφηγείται τη ζωή του Πηγή: www.lifo.gr








Αρχιτέκτονας. Γεννήθηκε στην Κυψέλη, κατοικεί στα Μελίσσια. Πάντα παρατηρούσε την πόλη από ψηλά. Και η πόλη δεν ήταν ποτέ ακίνητη.


Γεννήθηκα το 1948 στην Κυψέλη. Πήγα στο 24ο Δημοτικό και στο 15ο Γυμνάσιο. Τη δεκαετία του '50 είχα πλήρη συνείδηση. Είχα την εμπειρία της καθημερινής γειτονιάς. Έζησα στην Κυψέλη όλη μου τη ζωή, μέχρι προ δεκαετίας που μετακινήθηκα στα Μελίσσια. Το κυριότερο είναι ότι σε μεγάλη ηλικία έγινα πατέρας. Είχα δικό μου μέρος στα Μελίσσια, εγκατέλειψα το αγαπημένο μου κέντρο και πήγα εκεί. Ο πατέρας μου ήταν πρακτικός υπομηχανικός, άνθρωπος της σκληρής εργασίας, η μητέρα μου ήταν περισσότερο των γραμμάτων. Ήταν η εποχή της ανασυγκρότησης και ο πατέρας μου έπρεπε να εργάζεται σκληρά. Η μητέρα μου είχε ταλέντο στην ποίηση, αλλά δυστυχώς δεν μπόρεσε να αναπτύξει αυτή την πλευρά της.

Ο πατέρας μου πέθανε πολύ νέος και η μητέρα μου έπρεπε να προσγειωθεί στην καθημερινότητα και να τα βγάζει πέρα. Είμαστε τρία παιδιά κι εγώ ο μεσαίος. Στην Ακρόπολη, ήμουν όλη μέρα πάνω στις σκαλωσιές. Κρύο και ζέστη, νύχτες με χιόνι να δουλεύω με λάμπες, αυτά τα θυμάμαι σαν ένα υπέροχο όνειρο. Είχε μια μαχητικότητα όλο αυτό. Νιώθει κανείς ότι έζησε μετά από κάτι τέτοιο. Όλοι οι Κορρέδες κατάγονται από τη Νάξο, από ένα απομονωμένο μέρος, ορεινό, που επομένως ήταν και το πιο φτωχό, στη βορειοανατολική γωνία του νησιού, από την Κωμιακή. Είναι περίεργο το ότι, παρόλο που είναι μικρό το μέρος, οι Κορρέδες είναι αναρίθμητοι, εκατοντάδες. Επικρατεί η άποψη ότι ήταν αρρενογονικές οικογένειες και γεννούσαν πολλά παιδιά. Ο πατέρας μου είχε άλλα οκτώ αδέρφια. Έφευγαν από ένα μέρος φτωχό, απλώνονταν και πολλαπλασιάζονταν. Είναι τόσο πολλοί, που οι συγγένειες πολλές φορές γίνονται μεταξύ τους. Η επικρατέστερη άποψη είναι ότι το όνομα έχει βενετσιάνικη καταγωγή. Από την άλλη, οι Βενετσιάνοι δεν θα πήγαιναν να κατοικήσουν στο πιο φτωχό μέρος. Άρα, ίσως ήταν κάποιοι υπάλληλοι, υπηρέτες, που μπορεί να πήραν το όνομα. Ποιος να ξέρει; Εκείνη την εποχή διαβάζαμε πολύ περισσότερο απ' ό,τι σήμερα τα δικά μας παιδιά. Πρώτα διάβασα βιβλίο χωρίς εικόνες ή με λιγοστές και μετά εικονογραφημένα. Το πρώτο βιβλίο που διάβασα ήταν η ελληνική μυθολογία με λιγοστές εικόνες – το τονίζω αυτό. Το δεύτερο ήταν ένα που δεν θα μπορούσα να το καταλάβω και πολύ καλά – ήταν του Γιάκοβ Πέρελμαν, Οι αριθμοί παίζουν. Έδειχνε αυτές τις εντυπωσιακές δυνατότητες των αριθμών μεταφερμένες σε παραδείγματα απάτης και εντυπωσιασμού. Αυτό με συνάρπαζε. Αυτό το βιβλίο δεν το κατάλαβα, αν και το είχα από την πρώτη τάξη του δημοτικού. Στην πρώτη τάξη είχα διαβάσει, όμως, το Σήμα των Τεσσάρων του Άρθουρ Κόναν Ντόιλ. Πάλι δεν είχα καταλάβει τίποτα, αλλά το ότι διαδραματιζόταν σε μέρη ξενικά και αναφέρονταν ξενικά τοπωνύμια και συνήθειες και ονόματα φαγητών, αυτό είχε αυτομάτως μια γοητεία, οπότε έμπαινα στον κόπο να διαβάζω παρακάτω και ό,τι καταλάβαινα. Αυτά ήταν συνήθως βιβλία του παππού μου, που διάβαζε γενικής ύλης βιβλία, χωρίς κάποια συγκεκριμένη κατεύθυνση – αρκεί να ήταν μια ωραία ιστορία. Κάποια στιγμή, αγόρασα ένα Μίκι Μάους και Κλασικά Εικονογραφημένα. Πάντως, πολύ περισσότερο θυμάμαι τη μυθολογία των βόρειων λαών, που δεν είχε καμία εικόνα. Μου είχε κάνει τεράστια εντύπωση. 


Όταν κανείς είναι βυθισμένος σε ένα συγκεκριμένο πρόβλημα, δεν βλέπει τίποτε άλλο, δεν βλέπει γύρω του. Τα μάτια, όμως, είναι ανοιχτά και φακελώνουν πληροφορίες πολύ διαφορετικές... Φωτό: Πάρις Tαβιτιάν/ LIFO 

Με εντυπωσίαζαν οι κατασκευές. Εκείνη την εποχή στην Κυψέλη είχαν αρχίσει να τα γκρεμίζουν όλα και να χτίζουν παντού. Ήμουν τόσο αφελής –όπως όλα τα παιδιά–, που έβλεπα πολύ θετικά το ξεφύτρωμα μιας πολυκατοικίας. Καταρχάς, ήταν πολύ εντυπωσιακό να βλέπει κανείς πώς γίνεται. Δηλαδή, εκεί που τα πράγματα ήταν ακίνητα, άρχιζε μια διαδικασία – καταλάβαινα την αντοχή της κατασκευής από την κατεδάφιση. Όλα αυτά για μένα ήταν πολύ εντυπωσιακά. Άφηνα τις δουλειές μου και πήγαινα και στηνόμουν κι έβλεπα τη φάση της κατεδάφισης, της εκσκαφής, της κατασκευής. Όταν δεν δούλευε το εργοτάξιο, χωνόμασταν μέσα, μέχρι που τελείωνε κι ερχόντουσαν οι νέοι ένοικοι. Αυτά ήταν καθημερινά βιώματα. Η ανάμειξη των λειτουργιών ήταν πλήρης. Καθώς πήγαινα στο σχολείο, περνούσα από τα μαγαζάκια και κόλλαγα στη βιτρίνα βλέποντας τι έκανε ο κάθε τεχνίτης με την τανάλια, τη σέγα. Δηλαδή, ζούσαμε σε ένα περιβάλλον εργασίας. Όταν ήμουν 14 ετών έπαιρνα το τρόλεϊ μόνος, χωρίς συγκεκριμένο σκοπό, πήγαινα στο τέρμα κι επέστρεφα, απλώς για να βλέπω την πόλη – έκανα το δρομολόγιο. Αυτό που κάνει σήμερα το sightseeing, το έκανα με το τρόλεϊ. Αυτό που μου έκανε εντύπωση ήταν τα κενά μέσα από το μέτωπο των οικοδομών. Επίσης, έβλεπες και τις οικοδομές να ξεφυτρώνουν μεμονωμένες, χωρίς ενότητα. Τότε ακόμα επικρατούσε το κενό. Πολύ σύντομα, όμως, άρχισα να αισθάνομαι μεγάλη λύπη και θλίψη γι' αυτή την κατάσταση, μέσα μου υπήρχαν δύο αντίθετες προτιμήσεις ή επιθυμίες. Η μία ήταν να παρακολουθώ το συναρπαστικό τού πώς γίνονται οικοδομές, το άλλο να μην αλλάξουν μερικές πολύ όμορφες γωνιές της γειτονιάς μου. Δεν είχα αποφασίσει να κάνω το ένα ή το άλλο, αλλά όταν ήρθε η εποχή των εξετάσεων, η αρχιτεκτονική ήταν κάτι που με επηρέασε. Όταν σπούδαζα, με επηρέασαν οι περιστάσεις. Όπως λέει μέχρι τώρα ο δάσκαλός μου, ο Χαράλαμπος Μπούρας, η τύχη παίζει ρόλο περισσότερο από τα σχέδια. Το πιστεύω ακράδαντα, εάν κανείς δεν είναι ανορεκτικός ή μονόπλευρος. Πιστεύω ότι οι άνθρωποι οι ευφυείς, με κοινωνική προσαρμοστικότητα, πρέπει να είναι ικανοί να κάνουν πολύ διαφορετικές δουλειές και, το σπουδαιότερο, να έχουν την ετοιμότητα να αγαπήσουν πολύ διαφορετικές δουλειές. Και να αποδείξουν ότι μπορεί να έχουν ταλέντο σε αυτές. Είναι θέμα διαθεσιμότητας. Δεν πιστεύω ότι γεννιέται κανείς με ταλέντο, παρά μόνο για να γίνει ζωγράφος, και μάλιστα ορισμένης τεχνοτροπίας. Αν έχει κανείς αληθινή ετοιμότητα να ανακατεύεται, να δοκιμάζει, είναι και θέμα τύχης να αποφασίσει τι θα κάνει στο τέλος.

Κάθε κτίριο στην Αθήνα είναι η συνισταμένη πολλών διαφορετικών δυνάμεων και πνευμάτων και όλα αυτά προσδιορίζουν αυτό που βλέπουμε απέναντί μας. Ο αρχιτέκτων είναι μόνο μία από αυτές... Φωτό: Πάρις Tαβιτιάν/ LIFO

 Από το πανεπιστήμιο δεν θυμάμαι απλώς τους δασκάλους μου αλλά και τις στιχομυθίες μας, λέξη-λέξη. Μπήκα στη Θεσσαλονίκη και καθυστέρησα να κατέβω στην Αθήνα γιατί ήθελα να παρακολουθώ τα μαθήματα του Μπούρα. Αργότερα, ξανάπαιρνα το τρένο και πήγαινα ν' ακούω τα μαθήματά του. Ως φοιτητής εργαζόμουν και σε τεχνικά γραφεία. Είχα φτάσει να μου δίνουν έως δυόμισι φορές τον μισθό πτυχιούχου – και ήμουν τριτοετής. Έχοντας τελειώσει το πρώτο έτος, μου πρότειναν να πάω στην Πτολεμαΐδα να δουλέψω σε ένα έργο της ΔΕΗ. Ήμουν είκοσι ετών. Ήταν τέτοια η εμπειρία, που όταν έφτασα στο πέμπτο έτος, ανακάλυψα ότι η ύλη του Πολυτεχνείου δεν είχε καλύψει αυτά που έμαθα σε τρεις μήνες. Ήδη, ως φοιτητής, βρέθηκα να δουλεύω πολύ με τους αρχαιολόγους. Με σύστηναν ο ένας στον άλλον και χωρίς να το έχω αποφασίσει καλά-καλά ότι είναι το δικό μου μέλλον, πρόλαβαν και με απασχόλησαν πρώτοι. Συνέχεια ..http://www.lifo.gr/mag/features/4770  .Πηγή: www.lifo.gr
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου